TO ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

TO ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΣΑΣ

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Δυτική Μακεδονία… η Σπιναλόγκα της εποχής μας; – Όχι στη δαιμονοποίηση της περιοχής, όχι στην δαιμονοποίηση του καρκίνου

Το τελευταίο διάστημα σε μια επίσημη  επιστολή της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας  προς το Υπουργείο Υγείας, αναφέρονται στοιχεία  θνησιμότητας από τον καρκίνο στη περιοχή μας,  χωρίς να έχει γίνει υπεύθυνα και επιστημονικά μια επιδημιολογική έρευνα. 

Γνωρίζοντας καλά πως μόλις πρόσφατα ξανά ενεργοποιήθηκε το Μητρώο Νεοπλασίας στη χώρα μας, αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν τα στοιχεία αυτά; Το κλίμα που διαμορφώθηκε με το μαύρο πέπλο του καρκίνου να απλώνεται στην περιοχή , αλλά κυρίως η «απειλή» της  θνησιμότητας  για τους ασθενείς και τις οικογένειες  τους εμένα προσωπικά με εξοργίζει.




Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Από τι ζουν οι άνθρωποι ... Λέων Τολστόι

Ήταν  μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε σπίτι δικό του μήτε χωράφι δικό του, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ' ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του.
Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους. Μαζί με τη γυναίκα του μοιραζότανε μόνο μια προβιά για χειμωνιάτικο πανωφόρι αλλ' ακόμα κι αυτή ήτανε τόσο πολυκαιρισμένη, που 'χε καταντήσει ξεφτίδια και τούτη δεν ήταν η δεύτερη χρονιά που τον έβρισκε με τη λαχτάρα ν' αγοράσει μερικές προβιές για καινούριο πανωφόρι. Μέχρι να 'ρθει ο χειμώνας, ο Σίμωνας είχε εξοικονομήσει λίγα λεφτά: ένα χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών που το 'χε κρύψει στο κουτί της γυναίκας του κι άλλα πέντε ρούβλια και είκοσι καπίκια που του χρώσταγαν πελάτες στο χωριό. Έτσι, ένα πρωί ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για ν' αγοράσει τις προβιές. Φόρεσε το πουκάμισό του, την αλατζαδένια καζάκα της γυναίκας του για φόδρα κι από πάνω το 2 δικό του σακάκι.
 Έβαλε στην τσέπη του τα τρία ρούβλια, έκοψε ένα κλωνάρι για να το χρησιμοποιήσει σαν ραβδί και ξεκίνησε, αφού έφαγε το πρωινό του. «Θα μαζέψω τα πέντε ρούβλια που μου χρωστάνε», σκεφτόταν, «θα προσθέσω και τα τρία που 'χω μαζί μου και θα 'χω όσα μου χρειάζονται ν' αγοράσω προβιές για το χειμωνιάτικο πανωφόρι». Σαν έφτασε στο χωριό, πέρασε απ' το σπιτοκάλυβο κάποιου χωριάτη αλλά εκείνος έλειπε. Η γυναίκα του χωριάτη έδωσε την υπόσχεση πως τα λεφτά θα του τα πλήρωναν την άλλη βδομάδα αλλ' αυτή δεν μπορούσε να τα πληρώσει μοναχή της.
Μετά ο Σίμωνας πέρασε από κάποιον άλλο χωριάτη, μα τούτος δω ορκίστηκε πως δεν είχε λεφτά και θα του πλήρωνε μονάχα είκοσι καπίκια που χρώσταγε για ένα ζευγάρι μπότες που είχε επισκευάσει ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας τότε δοκίμασε ν' αγοράσει βερεσέ τις προβιές αλλά ο έμπορος δεν του 'χε εμπιστοσύνη. «Φέρε τα λεφτά σου», είπε, «και μετά μπορείς να πάρεις τις προβιές. Ξέρω τι σημαίνει να μαζεύεις λεφτά που σου χρωστάνε». Έτσι, το μόνο που κατάφερε ο τσαγκάρης ήταν να πάρει τα είκοσι καπίκια για τις μπότες που είχε επισκευάσει και δυο τσόχινα παπούτσια που του 'δωσε ένας χωριάτης για να τα σολιάσει.
Ο Σίμωνας ένιωθε αποκαρδιωμένος. Ξόδεψε τα είκοσι καπίκια πίνοντας βότκα και κίνησε για το σπίτι του, δίχως να ' χει αγοράσει καμιά προβιά. Το πρωί τον είχε περονιάσει παγωνιά. Τώρα, όμως, αφού ήπιε τη βότκα, ένιωθε ζεστός, ακόμα και χωρίς πανωφόρι από προβιά. Έσερνε τα βήματα του χτυπώντας το μπαστούνι του πάνω στην παγωμένη γη με το 'να χέρι, κουνώντας με τ' άλλο τα τσόχινα παπούτσια και μονολογώντας: «Νιώθω ζεστός, μόλο που δε φοράω προβιά. Ήπια μια γουλιά και ζεστοκοπήθηκα, αυτό είν' όλο. Δε χρειάζομαι προβιές. Προχωράω το δρόμο μου και δε δίνω δεκάρα για τίποτα. Έτσι είναι εμένα η φτιαξιά μου! Τι με νοιάζει εμένα! Εγώ μπορώ να ζήσω και χωρίς προβιές. Δε μου χρειάζονται. Η γυναίκα μου θα στεναχωρεθεί, βέβαια. Και, για να λέμε την αλήθεια, είναι ντροπή! Να δουλεύεις ολημερίς και στα ύστερα να μην πληρώνεσαι. Για στάσου! Αν δε μου φέρεις πίσω εκείνα τα λεφτά, θα σε γδάρω, έχεις το λόγο μου. Τ' είναι πάλι αυτό; Να πληρώνει είκοσι καπίκια τη φορά! Τι μπορώ να κάνω με είκοσι καπίκια, μου λες; Να τα πιω! Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω! Πανί με πανί είναι, λέει! Μπορεί — αλλά με μένα τι γίνεται! Εσύ έχεις σπίτι και πρόβατα κι απ' όλα. Εγώ τι έχω; Εσύ φυτεύεις δικό σου καλαμπόκι, εγώ αναγκάζομαι ν' αγοράσω και τον παραμικρότερο σπόρο. Πρέπει να ξοδεύω τρία ρούβλια τη βδομάδα μονάχα για ψωμί. Έρχομαι σπίτι μου και δε βρίσκω μήτε ψίχουλο και αναγκάζομαι να πληρώσω άλλο ενάμισι ρούβλι. Γι' αυτό πλήρωσε ό,τι χρωστάς κι άσε τα πολλά λόγια!»
Εκείνη τη στιγμή κοντοζύγωνε στο αλτάρι, εκεί που έστριβε ο δρόμος. Σηκώνοντας τα μάτια του, είδε κάτι ν' ασπρίζει πίσω από το αλτάρι. Το φως της μέρας χαμήλωνε κι ο τσαγκάρης κοίταζε το άσπρο εκείνο πράγμα, χωρίς να μπορεί να ξεδιακρίνει τι ακριβώς ήταν. «Δεν υπήρχε μέχρι τώρα άσπρη πέτρα εδώ. Να είναι, τάχα, κάνα βόδι; Δε φαίνεται, πάντως,για βόδι. Έχει κεφάλι σαν άνθρωπος, μόνο που ναι πολύ άσπρο. Και τι μπορεί, τάχα, να κάνει ένας άνθρωπος εδώ πέρα;» Πλησίασε πιο κοντά, έτσι που μπόρεσε και το 'δε καθαρά. Κατάπληκτος, αντίκρισε πραγματικά έναν άνθρωπο (ζωντανός; πεθαμένος;) που καθόταν ολόγυμνος, ν' ακουμπάει ασάλευτος πάνω στο αλτάρι. Τρόμος τόνε κυρίεψε τον τσαγκάρη.
«Κάποιος φαίνεται τόνε σκότωσε», σκέφτηκε, «τον έγδυσε τσιτσίδι και τον παράτησε δω πέρα. Αν ανακατευτώ, είναι σίγουρο πως θα βρω κάνα μπελά». Έτσι, λοιπόν, ο τσαγκάρης συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε μπροστά από το αλτάρι για να μη δει τον άνθρωπο. Είχε προχωρήσει κάμποσο όταν γύρισε να κοιτάξει. Είδε τότε πως ο άντρας αυτός δεν ακούμπαγε πια πάνω στο αλτάρι, μα αργοσάλευε, σάμπως και κοίταζε κατά τη μεριά του.
Ο τσαγκάρης ένιωσε να τρομάζει ακόμα πιο  πολύ από πριν και σκέφτηκε:  «Να ξαναγυρίσω κοντά του ή να συνεχίσω το δρόμο μου; Αν τόνε πλησιάσω, μπορεί κάτι τρομερό να συμβεί. Ποιος ξέρει τι λογής άνθρωπος είναι! Δεν έχει έρθει εδώ πέρα για καλό. Αν πάω κοντά του, μπορεί να τιναχτεί απάνω και να μ' αρπάξει απ' το λαιμό και τότε δε θα μπορώ να του ξεφύγω. Αν όχι, θα μου γίνει βάρος. Τι μπορώ, τάχα, να κάνω μ' έναν άνθρωπο όπως τον γέννησε η μάνα του; Θα μπορούσα να του δώσω τα τελευταία μου ρούχα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να ξεφύγω!» Έτσι, ο τσαγκάρης συνέχισε βιαστικός το δρόμο του, αφήνοντας πίσω του το αλτάρι, όταν άξαφνα η συνείδηση του άρχισε να τον βασανίζει και τον έκανε να σταματήσει καταμεσής στο δρόμο. «Τι πας να κάνεις, Σίμωνα;» έκανε μέσα του. «Ο άνθρωπος μπορεί και να πεθάνει από ανάγκη κι εσύ γλιστράς μακριά του φοβισμένος. Γίνηκες, τάχα, τόσο πλούσιος που να φοβάσαι τους κλέφτες; Α, Σίμωνα, ντροπή σου!»