Θυμάμαι είχε καλοκαιριάσει, τα παράθυρα στον τέταρτο όροφο του «Αγίου Σάββα» ήταν ορθάνοιχτα. Ένα γενναιόδωρο δροσερό αεράκι από τον Λυκαβηττό ανέμιζε τις μπλε κουρτίνες του δωματίου σου.
Ήταν δύσκολη μέρα,γιατί πονούσες πολύ, δεν μου το είπες, ποτέ δεν καταδέχτηκες να παραδεχτείς πως πονάς, το ήξερα όμως, όταν δεν είχες κέφι να μιλάς και να εμψυχώνεις τους άλλους, ήξερα πως πονάς, πως πονάς πολύ.
Κοιμήθηκες το μεσημέρι και αυτό ήταν καλό,εγώ δίπλα σου διάβαζα, ο δρόμος όμως κάτω στα προσφυγικά είχε μια περίεργη βουή .
«Παίζει ο Παναθηναϊκός» μου είπε ο κύριος στο απέναντι κρεβάτι! Όταν έσκυψα από το παράθυρο να δω.
Ήταν δύσκολη μέρα,γιατί πονούσες πολύ, δεν μου το είπες, ποτέ δεν καταδέχτηκες να παραδεχτείς πως πονάς, το ήξερα όμως, όταν δεν είχες κέφι να μιλάς και να εμψυχώνεις τους άλλους, ήξερα πως πονάς, πως πονάς πολύ.
Κοιμήθηκες το μεσημέρι και αυτό ήταν καλό,εγώ δίπλα σου διάβαζα, ο δρόμος όμως κάτω στα προσφυγικά είχε μια περίεργη βουή .
«Παίζει ο Παναθηναϊκός» μου είπε ο κύριος στο απέναντι κρεβάτι! Όταν έσκυψα από το παράθυρο να δω.
Ο πιο ωραίος θόρυβος είναι αυτός που δημιουργούν οι παρέες, σκέφτηκα .





