TO ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

TO ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΣΑΣ

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Βούλα Παπαϊωάννου: Η φωτογράφος που κατέγραψε τη φρίκη της κατοχής

μια απο τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες του 1940
ήταν τραβηγμένη απο μια γυναίκα την Βούλα Παπαϊωάννου



διαβάστε στη lifo για την ζωή της

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ (Μάνα και γιος) Νικηφόρος Βρεττάκος

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ
(Μάνα και γιος)
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της
μπρούτζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χόρευαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: «Ίτε παίδες Ελλήνων…»
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν
με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.
Νικηφόρος Βρεττάκος


ΠΗΓΗ

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

49 γράμματα ...

Στην αρχή της σχέσης μας με τον Δημήτρη , περάσαμε μια «κρίση», μια ένταση και χρειάστηκε να πάρουμε απόσταση.
Στην ιδέα όμως πως θα τον χάσω ... κόπηκε η ανάσα μου, έψαχνα έναν τρόπο να επικοινωνήσω μαζί του, βρήκα ερωτικές επιστολές, 49, τις αντέγραψα, βάζοντας πάντα και ένα δικό μου σχόλιο, τις έβαλα σε 49 φακέλους και όλες μαζί σε ένα τεράστιο φάκελο με την παρακάτω επιστολή μου και του τις έστειλα !
Μονάκριβε μου Δημήτρη
Έψαξα ερωτικές επιστολές...
Σου στέλνω όλο τον έρωτα του κόσμου, όλο τον καταγεγραμμένο πάθος μεγάλων ερώτων και σπουδαίων ανθρώπων!
Ο έρωτας έχει ένα παγκόσμιο κοινό λεξικό, στις επιστολές αυτές βρίσκεις αυτά που ήθελες να πεις σε ο,τι έχει προλάβει ένας άλλος να γράψει και ανακουφίζεσαι που δεν είσαι τρελός!
Αναγνώρισα πολύ από «μας» σ´ αυτές...
Παρακαταθήκη σου τις στέλνω αγαπημένε μου, να διαβάζεις μια ή δυο ή δέκα κάθε φορά που αναρωτιέσαι αν σ´ αγαπώ, κάθε φορά που η κυκλοθυμία μου και το απόλυτο μου σε βασανίζει καλέ μου, ν´ ανοίγεις μια επιστολή και να μας βρίσκεις μέσα εκεί.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Τι θα πει «λείπεις»;

Έτσι κι αλλιώς εσύ δεν επέλεξες να λείπεις, δεν ήταν επιλογή σου να φύγεις, είσαι
«Εξ ανάγκης απέχων απο τα πεπραγμένα»
Και στην τελική ποιος ορίζει το τελεσίδικο της απουσίας;
Ναι το ξέρω πως δεν είσαι εδώ, δεν είμαι τρελή, αλλά δεν λείπεις.
Πώς να στο εξηγήσω τώρα αυτό, να το δοκιμάσουμε με την «εις άτοπον απαγωγή»;
Λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι που στριμώχνουν την παρουσία τους στη ζωή μας και είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ δίπλα μας.



Είναι εκεί να κάνουν θόρυβο, αλλά όταν τους χρειάζεσαι πραγματικά, δεν έχουν ούτε μια καλή κουβέντα να σου πουν.
Και ξέρεις κάτι, κατάλαβα πως
στις ανθρώπινες σχέσεις, η παρουσία δεν είναι απαραίτητα το αντίθετο της απουσίας και το αντίθετο.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Ο Οδυσσέας Ελύτης για το Άξιον Εστί

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα.

Θυμάμαι τη μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα, με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση. Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου η πρώτη ήτανε στην Αλβανία που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Πέντε Κινέζοι



Πέντε Κινέζους τους έπιασε καταιγίδα στο δάσος. 
Ο κεραυνός τους κυνηγούσε, κατέφυγαν σε ένα καλύβι. 
Είπαν: «ένας από εμάς είναι αμαρτωλός και πρέπει να πεθάνει για να σωθούν οι άλλοι». 
Κρέμασαν τους σκούφους τους απέξω από το καλύβι• ευθύς ο άνεμος φύσηξε και πέταξε το σκούφο του Λι μακριά σ´ ένα χαντάκι. 


Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι


Ήταν μια καρέκλα που είχε φτιαχτεί, για να βρεθεί σε κάποια παραλία κάτω από τον ελαφρύ ίσκιο μιας ομπρέλας ή στην δροσιά μια βεράντας, με μυρωδιά από γιασεμί.
Αυτές οι καρέκλες που βγαίνουν από την αποθήκη , για να προαναγγείλουν  το καλοκαίρι , αυτές οι καρέκλες που  κουρνιάζουν η ανεμελιά και τα όνειρα πάνω τους .  Οι χρωματιστές καρέκλες που διαβάσαμε αναπαυτικά  το πρώτο μας βιβλίο  ή το αγαπημένο μας βιβλίο εκείνο το καλοκαίρι που μας άλλαξε η ζωή.
Αυτές που στις χειρολαβές τους έχουν την δυνατότητα να αλλάζεις θέση και να τις μετατρέπεις σε κρεβάτι , για τη  μεσημεριανή ανάπαυση, με το νανούρισμα των τζιτζικιών.   
Έτσι και η καρέκλα που σας περιγράφω περίμενε με ανυπομονησία να την διαλέξουν από το ράφι μεγάλου πολυκαταστήματος, τυλιγμένη στη ζελατίνα της, για  να την τοποθετήσουν με θέα στην θάλασσα,  ανάμεσα σε παρέες  που πίνουν τσιπουράκι ή ανάμεσα  σε φίλες που θυμούνται με τη μυρωδιά του καφέ.  
Την διάλεξε το χέρι της βιαστικά, ανάμεσα στις νοσηλείες  , είχε κουραστεί να κοιμάται δίπλα του στην καρέκλα και το να «νοικιάσουν» μια κάθε φορά, ήταν απαγορευτικό για τα οικονομικά τους.


Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Ηχώ και Νάρκισσος ...

Οι αρχαίοι Έλληνες για να εξηγήσουν το ακουστικό φαινόμενο, της ανάκλασης του ήχου, δημιούργησαν έναν μύθο αυτόν της Ηχούς!
Ήταν λοιπόν μια Νύμφη η Ηχώ, που κατοικούσε στα βουνά, είχε υπέροχη φωνή και σε μια περιπλάνησή της στα δάση, είδε και ερωτεύτηκε το Νάρκισσο. Προσπάθησε να τον σαγηνέψει με την ομορφιά της, αλλά εκείνος ήταν απορροφημένος από τη δική του ομορφιά. Χρησιμοποίησε τότε τη φωνή της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.
Η Ηχώ μετά από την απόρριψη του έρωτα της, έπεσε σε βαθιά θλίψη, κρύφτηκε στα δάση και σιγά-σιγά η φυσική της υπόσταση εξαφανίστηκε, έμεινε μόνο η φωνή της, που ακούγεται ως επανάληψη λέξεων άλλων.
Βασιζόμενος σ΄ αυτόν τον μύθο ο Νότης Περγιάλης έγραψε ένα θεατρικό με τίτλο «Ηχώ και Νάρκισσος».
Το 1952 σε  σκηνοθεσία του Μήτσου Λυγίζου, «ανέβηκε» η παράσταση ραδιοφωνικά με πρωταγωνιστές την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν.  

Σε αυτό λοιπόν το έργο υπάρχει ένας καταπληκτικός διάλογος της Ηχούς  και του  Νάρκισσου.
Ο Περγιαλής μετατρέπει τον περιορισμό των λέξεων ,που μπορεί να εκφέρει η Ηχώ, σε  συγκριτικό πλεονέκτημα. Χρησιμοποιεί την ανάκλαση των λέξεων, για να πει κάτι καινούργιο, κάνει διάλογο και εξομολογείται τον έρωτα της, χρησιμοποιώντας τις φράσεις που έχει ήδη πει ο Νάρκισσος.   
Κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο όμορφη και περίτεχνη ερωτική εξομολόγηση της λογοτεχνίας, ίσως βέβαια επηρεάστηκα και από την απόδοση  και την ερμηνεία των δυο κορυφαίων ηθοποιών, που με έκαναν να αναζητήσω όλο το κείμενο. Δυστυχώς δεν μπορώ να σας περιγράψω τον λυγμό της Λαμπέτη ούτε την άψογη απόδοση του φιλάρεσκου Νάρκισσου από τον Χόρν , αναζητήστε το ηχητικό  στο διαδίκτυο θα καταλάβετε τι εννοώ.