Μετά τα επείγοντα και τα άσχημα αποτελέσματα των εξετάσεων, κάναμε εσπευσμένα εισαγωγή στον 4ο όροφο του «Αγίου Σάββα». Αυτή τη φορά σε δίκλινο, το μόνο διαθέσιμο κρεβάτι, ένα κρεβάτι που όμως δεν το δικαιολογούσε η «ασφαλιστική μας ικανότητα». Η κυνική οικονομική κατάταξη της ασθένειας, τα μονόκλινα, τα δίκλινα και τα τετράκλινα.
Στο δωμάτιο βρήκαμε τον Στέλιο και την Έφη, σου έδιναν την αίσθηση πως ήταν εκεί μήνες ή και χρόνια.
Εκείνη μικροκαμωμένη όπως ήταν, είχε βολέψει την κούραση της στην μεγάλη πολυθρόνα του δωματίου, ανασηκώθηκε όταν μας είδε και μας «καλωσόρισε» μ’ ένα νεύμα από τα πράσινα μάτια της και ένα κουρασμένο χαμόγελο, όλα χωρίς ήχο για να μην ξυπνήσει ο Στέλιος της.
Το έχεις προσέξει ότι οι ήχοι στα δωμάτια των νοσοκομείων είναι τρομακτικοί; Και η ησυχία που επιβάλλεται τρομακτική είναι, αλλά την προτιμάς.
Ο Στέλιος κοιμόταν και ανάσαινε βαριά, ήταν εκεί γύρω στα πενήντα και πάλευε το θεριό στο συκώτι, όπως και ο Δημήτρης και οι δυο τους σαν τον Προμηθέα, μυθικοί ήρωες.
Το δίκλινο σου δίνει μια μεγαλύτερη «αδιακρισία», όλοι οι θάλαμοι νοσοκομείων, σε κάνουν αυτήκοο και αυτόπτη μάρτυρα της οικογενειακής, οικονομικής και προσωπικής κατάστασης του άλλου.
Το τηλέφωνο της Έφης χτυπούσε συνέχεια, όχι όχι από συγγενείς και φίλους που θελαν να μάθουν νέα του Στέλιου, αλλά από εισπρακτικές εταιρείες! Της υπενθύμιζαν, με όχι κομψό τρόπο, τις οφειλές της οικογενειακής επιχείρησης τους στις τράπεζες.
Συνειδητοποιούσα σε κάθε τηλεφώνημα πόσο σκληρή μπορεί να είναι η ζωή και οι άνθρωποι!
Και ενώ η Έφη θα μπορούσε να τους διαολοστείλει ή να μην σηκώνει το τηλέφωνο, εκείνη σημείωνε σε ένα χαρτάκι τα στοιχεία της οφειλής, τους ευχαριστούσε για την ενημέρωση και έκλεινε το τηλέφωνο. Στην συνέχεια επικοινωνούμε με τον γιο της, που παράτησε τις σπουδές του στην Θεσσαλονίκη και ήρθε για να βοηθήσει «την κατάσταση», του ζητούσε με τον πιο γλυκό τρόπο να τακτοποιήσει την οφειλή που είχε ξεχάσει.