Ήταν Κυριακή πρωί και χουζούρευα στο κρεβάτι, τεμπέλιαζα, δεν ήθελα να σηκωθώ …μόνο η μυρωδιά του καφέ, με έκανε να αποφασίσω να έρθω στην κουζίνα.
Ήσουν εκεί, μου έδωσες την κούπα με τον καφέ μου και ένα φιλί. Σου είπα «καλημέρα» και κάθισα δίπλα σου. Κοιτούσα τα χέρια σου, έτσι όπως έστριβες το πρώτο πρωινό σου τσιγάρο …
Όμως έτσι όπως τα μακριά σου δάχτυλα , έδιναν μορφή στην κακιά συνήθεια , που πάντα έλεγες πως θα κόψεις από Δευτέρα, πλημμύρισα από ζήλια…
Ζήλευα το πάθος της δημιουργίας σου, αυτό που βάζεις, ακόμα και στο πιο μικρό που καταπιάνεσαι, αυτό που κάνει τη φλεβίτσα στο μέτωπο σου να χτυπά.
Ζήλευα την αφοσίωση σου σε κάτι τόσο μικρό. Ζήλευα έτσι όπως τα ακροδάχτυλα σου χάιδευαν τον γυμνό καπνό και τα χείλη σου άγγιζαν το χαρτάκι.
Πιο πολύ όμως ζήλεψα την ηδονή που σου έδινε η πρώτη ρουφηξιά…