Η Καλυψώ όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο
τον Οδυσσέα κοντά της, τον έντυσε με ρούχα ευωδιαστά, χρυσοποίκιλτα, που
ανέδιναν θεϊκή πνοή.Δώρα και ενθύμια της αγάπης και της φροντίδας της.
Τον οδήγησε στο λιμάνι και τον κοίταξε με θλίψη να μπαίνει στο καράβι του.
Στάθηκε στην άκρη της θάλασσας, τον αποχαιρέτησε και έμεινε εκεί ώρες μέχρι να γίνει κουκκίδα στον ορίζοντα.
Εκείνος
έφυγε, ντυμένος βασιλιάς, όχι της Ιθακής, βασιλιάς γιατί «φορούσε» την
αγάπη της, όποιος άντρας αγαπιέται στέφεται βασιλιάς, αυτό το ξέρουν
όλοι.
Έφυγε χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του πίσω,
βρεθηκε άλλη μια φορά μόνος του μεσοπέλαγα, να πρέπει να πληρώσει την
ύβρις που διέπραξε πριν χρόνια.
Το πλεούμενο του ανατράπηκε, κι ο ίδιος παλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια.
Τότε έβγαλε από πάνω του τα ρούχα και την αγάπη που του είχε χαρίσει η Καλυψώ, είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τον τραβούσαν κάτω.
Παλευε να φτάσει στην ακτή και δεν τον ένοιαζε η γύμνια του, μόνο να σωθεί ήθελε
Κατάκοπος μίσος ζωντανός, μίσος νεκρός πάτησε το πόδι του στην παραλία, γυμνός από ρούχα, γυμνός από αγάπη ...
Τότε μια Νηρηιδα τον λυπήθηκε και τύλιξε το γυμνό του σώμα με το μαντίλι που είχε στα μαλλιά της....
Πίστη Κρυσταλλίδου Σιάχου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου